Επιβάλλεται φόρος στις αγοραπωλησίες ακινήτων ως εισόδημα όταν πωλητής είναι μη επαγγελματίας;


Η Φορολογική Αρχή συχνά επιβάλλει φόρο εισοδήματος του αρ. 28 του ν.2238/1994 στα φυσικά πρόσωπα που αγοράζουν και πωλούν ακίνητα, θεωρώντας ότι το κάνουν με σκοπό τον πορισμό του κέρδους. Πρακτικά θεωρεί ότι δεν είχαν ανοίξει ΚΑΔ (Κωδικό Άσκησης Δραστηριότητας) παρατύπως και πως αποκτούν εισόδημα που έγκειται στη διαφορά μεταξύ αξίας κτήσης ακινήτου με αξία πώλησης.

Οι υποθέσεις αυτές είναι μαχητές και απαιτούν μεγάλη εξειδίκευση στον τρόπο διαχείρισής τους. Ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα υπάρχουν όταν η αξία κτήσης είναι βασισμένη σε αντικειμενική αξία (π.χ. λόγω γονικής παροχής) και η αξία πώλησης στην εμπορική, όπου προκύπτει πλασματικό εισόδημα (πολύ) μεγαλύτερο του πραγματικού. Βεβαίως εσφαλμένως στις περισσότερες περιπτώσεις θεωρείται εισόδημα, και όχι απλώς αξιοποίηση περιουσίας (καθότι μέχρι και το 2014 δεν υφίστατο φόρος υπεραξίας ώστε να φορολογηθεί η σχετική συναλλακτική συμπεριφορά).





Δείτε επίσης:

Φορολογικοί Έλεγχοι ΣΔΟΕ - ΚΕΦΟΜΕΠ

<p>Σε μια προσπάθεια να υπάρξουν γρήγορες νίκες στη μάχη κατά της <strong>φοροδιαφυγής</strong> και γρήγορα έσοδα στα άδεια ταμεία, το <strong>Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ)</strong> και το <strong>Κέντρο Ελέγχου Φορολογούμενων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕΦΟΜΕΠ)</strong> και οι κατά τόπον Εφορίες - <strong>ΔΟΥ</strong> που έχουν επιληφθεί κατόπιν σχετικής παραγγελίας, έχουν εξοπλιστεί με ενισχυμένες δυνατότητες ελέγχου των τραπεζικών καταθέσεων Ελλήνων φορολογουμένων. Το βασικότερο εργαλείο ελέγχου έχει αποτελέσει τα τελευταία χρόνια η <strong>διάταξη περί προσαύξησης περιουσίας από άγνωστη πηγή</strong>. Με τη χρήση του αρ. 48 παρ. 3 το ΚΕΦΟΜΕΠ και το ΣΔΟΕ προβαίνουν σε άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών των φορολογουμένων και ελέγχουν μία προς μία έκαστη πίστωση και χρέωση από τους λογαριασμούς. Στη συνέχεια αντιδιαστέλλουν τις πιστώσεις προς τα φορολογημένα έσοδα έκαστης χρονιάς, και κατά το μέρος που οι πιστώσεις είναι μεγαλύτερες, προβαίνουν σε χρέωση φόρων για αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη άπο άγνωστη πηγή.</p><p>Ωστόσο, το ελεγκτικό οπλοστάσιο είναι σαθρό και ως εκ τούτου ένας φορολογικός έλεγχος μπορεί και πρέπει με σωστούς χειρισμούς να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά ήδη πριν φτάσει στο δικαστήριο.</p><p><strong>Είναι σημαντικό να αποτυπωθεί συνοπτικά το ποιες χρήσεις δύναται να ελέγξει το ΚΕΦΟΜΕΠ και εν γένει η οποιαδήποτε φορολογική αρχή, και πως διενεργεί τον έλεγχο αυτόν:</strong></p><ul><li>Κατόπιν της πρόσφατης <strong>1738/2017</strong> απόφασης της <strong>Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν μπορεί να γίνει χρέωση πριν τη χρήση 2006 για τυχόν αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη των φορολογουμένων. Πρακτικά κρίθηκε ότι οι παρατάσεις της παραγραφής που το Ελληνικό Κράτος χορηγούσε όλα αυτά τα έτη είναι παράνομες</strong> εφόσον δεν χορηγήθηκαν τη μεθεπόμενη χρήση από όταν έληγε εκάστης η παραγραφή.</li><li>Ο λόγος που αναφέρουμε ότι μέχρι το 2005 έχουν παραγραφεί είναι γιατί η παραγραφή είναι 10ετής για συμπληρωματικά στοιχεία που θα έχει στη διάθεσή του ο έλεγχος ενώ είναι 5ετής κανονικά (βλ. αναλυτικά <a href="http://www.euro2day.gr/specials/opinions/article/1454196/pote-paragrafontai-oi-forologikoi-eleghoi.html" target="_blank">http://www.euro2day.gr/specials/opinions/article/1454196/pote-paragrafontai-oi-forologikoi-eleghoi.html</a>). Το μείζον ζήτημα είναι αν οι τραπεζικοί λογαριασμοί των φορολογουμένων, όπως αρχειοθετούνται στα CD του Οικονομικού Εισαγγελέα ή στην Εφαρμογή Κατσίπη (σσ. πρόκειται για μηχανογραφική εφαρμογή του Υπουργείου Οικονομικών όπου υφίσταται μοναδικός αριθμός σειράς για κάθε τραπεζική κίνηση των φορολογουμένων) αποτελούν νέα στοιχεία υπό την έννοια των συμπληρωματικών στοιχείων του άρθρου 68 του ν. 2238/1994, οπότε επιμηκύνεται η παραγραφή στα 10 έτη αντί των 5. Επί του ζητήματος αυτού αναμένεται απόφαση το φθινόπωρο του 2017 από το ΣτΕ που θα ξεδιαλύνει το ζήτημα.</li><li><strong>Σημειωτέον ότι όλοι οι φορολογικοί έλεγχοι που διενεργούνται σήμερα εμπεριέχουν άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών των φορολογουμένων</strong>, και είτε γίνεται επί τη βάση εισαγγελικών παραγγελιών (π.χ. λίστες ελέγχου Lagard, UBS, αμοιβαία κεφάλαια εξωτερικού κ.ο.κ.) ή διασταυρωτικών ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών (π.χ. λίστες εμβασμάτων εξωτερικού). Αυτό που παρατηρείται σήμερα είναι ότι έχουν εκδοθεί εντολές ελέγχου για τις χρήσεις 2000 ή 2002 κι εντεύθεν (π.χ. μέχρι το 2012), και κατόπιν της απόφασης του ΣτΕ (1738/2017) παρατηρείται μία αμηχανία των Φορολογικών Αρχών, εν όψει ελλείψεως κεντρικής κατευθύνσεως, για το τί θα κάνουν με τις εντολές αυτές ελέγχου.</li><li><strong>Κατόπιν εκδόσεως της 2642/2017 γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου</strong> του Κράτους, η οποία ερμήνευσε την 1738/2017 απόφαση του ΣτΕ, <strong>προκύπτει α)</strong> ότι μέχρι και το 2005 οι Φορολογικές Αρχές δεν μπορούν να καταλογίσουν το οποιοδήποτε ποσό λόγω παραγραφής, <strong>β)</strong> ότι από το 2006 κι εντεύθεν μπορούν να καταλογίσουν φόρους, επειδή ακόμα δεν έχει κριθεί το ζήτημα επέκτασης ή μη της παραγραφής επί τη βάση των ελληνικών τραπεζικών λογαριασμών όπως ομαδοποιούνται και αρχειοθετούνται από το Υπουργείο Οικονομικών και του Εισαγγελείς, <strong>γ)</strong> αφήνει ωστόσο ανοικτό το ζήτημα αν μπορούν να προβούν κανονικά σε έλεγχο και για το πριν 2005 χρονικό διάστημα, ώστε να διαβιβαστεί ο φάκελος στον Εισαγγελέα και να προβεί ο τελευταίος σε δίωξη για τυχόν εγκλήματα που έχουν τελεστεί. Το υπό γ) είναι αντικειμενικά τραγελαφικό και παράνομο από πολλές οπτικές, ωστόσο δεν αποκλείεται να συμβεί σε αυτό το Κράτος, προκειμένου να οδηγήσει τους φορολογούμενους σε εθελουσία δήλωση εισοδημάτων. Πως είναι άραγε δυνατόν χωρίς καταλογισμό φόρων αλλά μία με μία απλή έκθεση ελέγχου (η οποία δεν δύναται να προσβληθεί από το φορολογούμενο αφού δεν υφίσταται χρέωση), να ξεκινήσει ποινική διαδικασία επί μίας έκθεσης για παραγεγραμμένη φορολογικά χρήση που δεν μπορεί να ελεγχθεί ούτε να αμυνθεί ο φορολογούμενος;</li><li>Τέτοιες καταχρηστικές τακτικές η εταιρία μας έχει αντιμετωπίσει στο παρελθόν όταν το Ελληνικό Κράτος ενώ υπήκοοί του απαλλάσσονταν στα Ποινικά Δικαστήρια για Λαθρεμπορία, παρόλ’αυτά καταδικάζονταν από τα Διοικητικά Δικαστήρια για τη Λαθρεμπορία! <strong>Η εταιρία μας με την ιστορική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου «Σισμανίδης κατά Ελλάδος» της 9.6.2016, επέτυχε να σταματήσει αυτή η τακτική</strong>, και να ισχύει η απαλλαγή από ένα τύπο Δικαστηρίων ως κρίση αμετάκλητη για όλων των ειδών Δικαστήρια. Απευχόμαστε να χρειαστεί να γίνει το ίδιο και στην παρούσα περίπτωση, και να πηγαίνουν άνθρωποι κατηγορούμενοι για φορολογικά αδικήματα που έχουν παραγραφεί και δεν μπορούν ούτε να ελεγχθούν ως χρήσεις ούτε να καταλογιστούν ούτε να αμυνθούν (διοικητικά) επί εκθέσων ελέγχου, όμως αν χρειαστεί να ξανακάνουμε την ίδια διαδικασία ενώπιον των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων, θα το κάνουμε.</li><li><strong>Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, η «επιμηκυμένη» παραγραφή των 10 ετών ισχύει για τους τραπεζικούς λογαριασμούς του εξωτερικού</strong>, καθότι αυτοί είναι συμπληρωματικά στοιχεία αφού οι Ελληνικές Φορολογικές Αρχές δεν μπορούσαν να έχουν εις χείρας τους, τους αλλοδαπούς τραπεζικούς λογαριασμούς κατά τη λήξη έκαστης φορολογικής χρήσης. Επομένως από το 2006 κι εφεξής οι λίστες ελέγχου ή εντολές ελέγχου επί τη βάση τραπεζικών στοιχείων του εξωτερικού είναι νόμιμες εν όλω. Νομική αμφισβήτηση υπάρχει μόνο για τα τραπεζικά στοιχεία των τραπεζών στην Ελλάδα, τα οποία είχε δυνατότητα να λάβει η αρμόδια ΔΟΥ κατά τη λήξη έκαστης φορολογικής χρήσης αλλά δεν το έπραξε, και τώρα εισάγονται αυτά από τους Εισαγγελείς ή το Υπουργείο Οικονομικών ως νέα – συμπληρωματικά στοιχεία στα πλαίσια παραμετροποιημένων εφαρμογών Excel, με σκοπό την επιμήκυνση της παραγραφής. Ως προεκτέθη, εντός του φθινοπώρου του 2017 αναμένεται η δικαστική απόφαση από το ΣτΕ (δικαστήκε τον Ιούνιο του 2017) που θα λύσει το ζήτημα αυτό.</li></ul><p>Όταν κοινοποιείται σε έναν φορολογούμενο η εντολή ελέγχου, απαιτείται να δράσει άμεσα, και να απευθυνθεί σε ειδικούς για τη διαχείριση της κρίσης αυτής. Οι φορολογικές υποθέσεις πολύ εύκολα μπορεί να οδηγήσουν σε τεράστιους καταλογισμούς, που ακινητοποιούν τη ζωή των φορολογουμένων.</p><p>Η εταιρία μας, έχοντας αποκτήσει <strong>ουσιαστική γνώση των εφαρμοστέων φορολογικών διατάξεων και της πρακτικής των διαδικασιών ελέγχου</strong>, αναλαμβάνει με επιτυχία την εκπροσώπηση <strong>ελεγχόμενων φορολογουμένων (εταιριών και μη), ήδη από το στάδιο του φορολογικού ελέγχου</strong>. Για το λόγο αυτό ακολουθούμε αυστηρή μεθοδολογική προσέγγιση καθώς τυχόν λανθασμένοι χειρισμοί «ακολουθούν» την υπόθεση και επιβαρύνουν την θέση του <strong>φορολογούμενου</strong>.</p><p>Τα στάδια χειρισμού της υπόθεσης είναι τα εξής:</p><p>1<sup>ον</sup> Απαιτείται <strong>η διασταύρωση και δικαιολόγηση των ελεγχόμενων τραπεζικών κινήσεων</strong>, μέσω πλέγματος νομικών διατάξεων, λογιστικών τεχνικών και φορολογικών διεξόδων. Ενδεικτικά:</p><ul><li>τυχόν χρηματικά ποσά που υπήρχαν στους λογαριασμούς του ελεγχόμενου με ημερομηνία 31.12.1999 δεν ελέγχονται και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ανάλωση κεφαλαίου</li><li>Αντιστοίχως κατόπιν της πρόσφατης απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας (1738/2017 ΣτΕ) τα χρηματικά διαθέσιμα που είχε ο οποιοσδήποτε φορολογούμενος σε τράπεζες του εξωτερικού ή εσωτερικού μέχρι την 31.12.2005, θεωρούνται οιονεί φορολογημένα, και δεν μπορούν να ελεγχούν λόγω παραγραφής. Αντιστοίω μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως κεφάλαια προς ανάλωση.</li><li>τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από δανειακές συμβάσεις ή συμβάσεις δωρεών αφαιρούνται και τυγχάνουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης. Προ της 1.4.2008 οι δωρεές είχαν φόρο 0% μεταξύ συγγενών α’ βαθμού (με κλίμακα από κάποιο ποσό και άνω) ενώ από την 1.4.2008 κι εφεξής έχουν φόρο 10%.</li><li>τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από μισθώσεις ακινήτων αφαιρούνται και τυγχάνουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης</li><li>τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από πωλήσεις ακινήτων αφαιρούνται και τυγχάνουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης. Είναι δε εφικτό, αν έχει γίνει υποτιμολόγηση κατά την αγοραπωλησία ενός ακινήτου, να γίνει διόρθωση συμβολαίου και να πληρωθεί φόρος μεταβίβασης στο επιπλέον τίμημα μόνο 3%. Κατά τον τρόπο αυτό δικαιολογείται στον πωλητή το επιπλέον ποσό που κατατέθηκε στους τραπεζικούς του λογαριασμούς</li><li>τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από λήξη προθεσμιακών καταθέσεων δεν αποτελούν πρωτογενές εισόδημα και δεν φορολογούνται</li><li>τυχόν χρηματικά πόσα που προέρχονται από πωλήσεις μετοχών, ομολόγων και άλλων άϋλων τίτλων (μέχρι το 2014) δεν φορολογούνται</li><li>τυχόν χρηματικά ποσά που μεταφέρονται από άλλο πιστωτικό ίδρυμα δεν αποτελούν πρωτογενές εισόδημα και δεν φορολογούνται</li><li>τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από επαναπατρισμό κεφαλαίων δεν αποτελούν πρωτογενές εισόδημα και δεν φορολογούνται</li><li>περαιώσεις που τυχόν έχει κάνει ο φορολογούμενος δεν λαμβάνονται υπόψιν από τις φορολογικές αρχές, καθότι θεωρείται ότι υπάρχουν νεά επιβαρυντικά στοιχεία που προέκυψαν από το άνοιγμα λογαριασμών. Ασχέτως της βασιμότητας ή μη της συγκεκριμένης θέσης, η περαίωση σε κάθε περίπτωση διαδραματίζει ρόλο στην τελική χρέωση του φορολογούμενου, καθότι αντιμετωπίζεται ευμενώς</li></ul><p>2<sup>ον</sup> Σε επόμενο στάδιο, γίνεται <strong>έλεγχος των φορολογικών στοιχείων</strong> του ελεγχόμενου και τυχόν συνδικαιούχων των ελεγχόμενων τραπεζικών λογαριασμών, προκειμένου να διαμοιραστούν πρωτογενείς καταθέσεις που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν μέσω των διασταυρώσεων του πρώτου σταδίου. Με τον τρόπο αυτό, το ποσό που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί φορολογικά μειώνεται συντριπτικά και η φορολογική εικόνα του ελεγχόμενου είναι πλήρως αιτιολογημένη.</p><p>3<sup>ον</sup> Σε περίπτωση που δεν γίνουν αποδεκτές από τη Διοίκηση οι απόψεις του φορολογουμένου η υπόθεση θα ακολουθήσει την <strong>δικαστική οδό</strong>. Στο στάδιο αυτό υπάρχουν πολλά νομικά επιχειρήματα που μπορούν να οδηγήσουν σε ολική ακύρωση του τυχόν προστίμου και των προσαυξήσεων. Μάλιστα ήδη οι δικαστικές αποφάσεις είναι άκρως ενθαρρυντικές προς την κατεύθυνση αυτή. Οι αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αποφάσεις (2828/2015, 2829/2015, 2885/2015 ΔΕφΑθ) σε συνδυασμό με αποφάσεις που κρίνουν επί του ζητήματος της παραγραφής (Ολομέλεια ΣτΕ 1738/2017), ανατρέπουν ελλιπώς τεκμηριωμένους ισχυρισμούς του φορολογικού ελέγχου και θέτουν εν αμφιβόλω την αποτελεσματικότητα του ελεγκτικού οπλοστασίου της φορολογικής διοίκησης για τα χρόνια πριν από το 2010 ως προς όλες τις προβεβλημένες κατηγορίες υποθέσεων (προσαύξηση περιουσίας, λίστα Λαγκάρντ, offshore κ.λπ.). Εμπεδώνουν όμως τις αρχές του κράτους δικαίου σε μια πολύ κρίσιμη εποχή.</p><p>Ενδεικτικά:</p><ul><li>Η μεταφορά χρημάτων σε τράπεζα του εξωτερικού, που αποτελεί μεμονωμένη τραπεζική συναλλαγή (έμβασμα), προϋποθέτει την ύπαρξη τραπεζικών καταθέσεων στην Ελλάδα και αποτελεί νόμιμο δικαίωμα διαχείρισης και προστασίας της περιουσίας του φορολογουμένου. Πρόσφατα με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι το εμβαζόμενο ποσό που σχηματίζεται από τη συλλογή καταθέσεων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μέσα στο πέρασμα του χρόνου, θεωρείται υπαρκτό και γνωστό κι επομένως δεν προέρχεται από άγνωστη αιτία ώστε να θεωρηθεί ως «αύξηση περιουσίας» (κατά την έννοια του ν. 3888/10) που προέκυψε μάλιστα μέσα στη χρονιά που έγινε η μεταφορά των χρημάτων. Δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί προσαύξηση περιουσίας η μεμονωμένη αυτή τραπεζική συναλλαγή, αν δεν συγκριθεί διεξοδικά με την προηγούμενη πραγματική ταμειακή κατάσταση του φορολογουμένου. Το Δικαστήριο ακύρωσε ως μη νόμιμες τις ενέργειες των φορολογικών Αρχών (ελέγχους, πρόστιμα, προσαυξήσεις κ.λπ.) κρίνοντας ότι όφειλε η Εφορία κατά τον έλεγχο των τραπεζικών καταθέσεων του φορολογουμένου να θεωρήσει ως δεδομένο και ανέλεγκτο, όσον αφορά την προέλευσή του, το ποσό που υπήρχε στον λογαριασμό πριν από τις 30.9.10.</li><li>Τα κεφάλαια τραπεζικών καταθέσεων που σχηματίζονται μετά την ημερομηνία αυτή (έναρξη του ν. 3888/2010) κατά το μέρος που δεν καλύπτονται από δηλωθέντα εισοδήματα, μπορούν να αποτελέσουν πλέον προσαύξηση περιουσίας, αφού κληθεί προηγουμένως ο φορολογούμενος και του δοθεί η δυνατότητα να τα δικαιολογήσει. Το ζήτημα αυτό κρίθηκε ήδη και μάλιστα τονίστηκε ότι το τεκμήριο του Ν. 3888/2010 σύμφωνα με το οποίο ο φορολογικός έλεγχος επέβαλε στον φορολογούμενο το βάρος απόδειξης της νομιμότητας των συναλλαγών του είναι ανίσχυρο για κεφάλαια που σχηματίσθηκαν πριν από τις 30.9.2010. Μόνον μετά τις 30.9.2010 (θέσπιση του Ν. 3888/2010) υφίσταται τεκμήριο ότι ο φορολογούμενος έχει φοροδιαφύγει το οποίο και μπορεί να δικαιολογηθεί.</li><li>Παρατηρείται συνήθως ότι στις πρωτογενείς καταθέσεις του ιδίου φορολογούμενου (ήτοι όχι τρίτων στο λογαριασμό του) η φορολογική αρχή καταχρηστικά και παράνομα δεν λαμβάνει υπόψιν τις αναλήψεις μετρητών που τυχόν έκανε ο φορολογούμενος ώστε να αντιλογίσει τις σχετικές καταθέσεις. Κατόπιν πιέσεων, γίνεται εφαρμογή της εγκυκλίου Μπάκα (ΔΕΑΦ Α’ 1144110 ΕΞ 2015), η οποία προβλέπει ότι όλες οι αναλήψεις των φορογουμένων, στο βαθμό που δεν μπορεί να αποδείξει ότι έχουν αναλωθεί για κάποια δαπάνη, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη των καταθέσεων μετρητών/πιστώσεων στους τραπεζικούς λογαριασμούς των φορολογουμένων.</li><li>Το άνοιγμα λογαριασμών δεν αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο, αποτελεί απλώς μία διαδικαστική πράξη της φορολογικής αρχής. Αν γίνει μία αόριστη καταγγελία, η φορολογική αρχή προβαίνει (πλέον) σε άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών ακόμη και αν ο φορολογούμενος έχει περαιώσει τις σχετικές χρήσεις, κάτι εντελώς παράνομο. Διαφορετική είναι η περίπτωση που προέκυψε από διασταυρωτικούς ελέγχους λήψη εικονικών, πλαστών ή ανακριβών στοιχείων ή αν η καταγγελία είναι ορισμένη και αφορά σε κάποια συγκεκριμένη φορολογικά παραβατική συμπεριφοοά του ελεγχόμενου.</li><li>Παρότι έχουν παραγραφεί τα φορολογικά έτη πριν το 2005, διάφορες φορολογικές αρχές&nbsp; συνηθίζουν να ανοίγει τραπεζικούς λογαριασμούς από 1.1.2000 μέχρι και το 2014. Έχει εξαιρετική σημασία ο χρόνος που «ανοίχτηκε» η εντολή ελέγχου του φορολογούμενου.</li></ul>

Διαβάστε Περισσότερα 

Ποιους αφορούν οι Έλεγχοι ΣΔΟΕ-ΚΕΦΟΜΕΠ

Σε μια προσπάθεια να υπάρξουν γρήγορες νίκες στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής και γρήγορα έσοδα στα άδεια ταμεία, το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) και το Κέντρο Ελέγχου Φορολογούμενων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕΦΟΜΕΠ) έχουν εξοπλιστεί με ενισχυμένες δυνατότητες ελέγχου των τραπεζικών καταθέσεων Ελλήνων φορολογουμένων. Το βασικότερο εργαλείο ελέγχου έχει αποτελέσει τα τελευταία χρόνια η διάταξη περί προσαύξησης περιουσίας. Σε μία πολύ κρίσιμη εποχή ελλιπώς τεκμηριωμένοι ισχυρισμοί του φορολογικού ελέγχου έβαλαν στο στόχαστρο φορολογούμενους ελέγχοντάς τους παράνομα και αναδρομικά και επιβάλλοντας δυσβάσταχτους και παράλογους φόρους και προσαυξήσεις.

Διαβάστε Περισσότερα