Το «δικαίωμα στη λήθη» (right to be forgotten). Είναι υποχρεωμένες οι μηχανές αναζήτησης να διαγράφουν αποτελέσματα που αφορούν προσωπικά δεδομένα;


H απάντηση στο ερώτημα αυτό θα ειδωθεί υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), που εκδόθηκε στις 13 Μαΐου 2014 στην υπόθεση C-131/12 Google Spain SL και Google Inc v. ΑΕΡD και Mario Costeja Gonzalez. Η απόφαση αυτή είναι θεμελιώδους σημασίας για το δίκαιο της Προστασίας προσωπικών δεδομένων και το δίκαιο του Διαδικτύου. Στην εν λόγω υπόθεση το ΔΕΕ προέβη σε σημαντικές διαπιστώσεις αναφορικά με την ευρωπαϊκή νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, και κυρίως αναγνώρισε το δικαίωμα των υποκειμένων των δεδομένων να ζητούν τη διαγραφή των αποτελεσμάτων που παράγονται από τις μηχανές αναζήτησης στο Διαδίκτυο. Το δικαίωμα αυτό αναφέρεται ευρέως ως το «δικαίωμα στη λήθη» (right to be forgotten).

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία 95/46 εμπεριέχει ένα τεκμήριο, σύμφωνα με το οποίο οι μηχανές αναζήτησης είναι υποχρεωμένες να απομακρύνουν από τη λίστα των αποτελεσμάτων αναζήτησης συνδέσμους που οδηγούν σε προσωπικά δεδομένα μετά από αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμα που αναγνωρίστηκε είναι τόσο ευρύ, ώστε να θεμελιώνεται σε κάθε περίπτωση που το υποκείμενο των δεδομένων θεωρεί ότι η πληροφορία είναι ανεπαρκής, άσχετη, ή υπερβολική σε συνάρτηση με το σκοπό της επεξεργασίας ή δεδομένου του χρονικού διαστήματος που έχει μεσολαβήσει.

Ωστόσο, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι το δικαίωμα στη λήθη δεν είναι απόλυτο. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν υποχρεούται να απομακρύνει αμέσως την πληροφορία, αλλά οφείλει να εξεύρει μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ αφενός του ευλόγου ενδιαφέροντος των χρηστών του διαδικτύου αναφορικά με την πρόσβαση στην πληροφορία, αφετέρου των θεμελιωδών δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Επιπλέον, το Δικαστήριο καθιέρωσε ένα τεκμήριο υπέρ των δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Ειδικότερα, ανέφερε ότι τα δικαιώματα αυτά υπερτερούν, κατά γενικό κανόνα, έναντι όχι μόνο του οικονομικού συμφέροντος του χειριστή της μηχανής αναζήτησης, αλλά και έναντι του ενδιαφέροντος του ευρύτερου κοινού στην πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες. Αυτό το τεκμήριο θα μπορούσε να ανατρέπεται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η φύση των πληροφοριών, ο ευαίσθητος χαρακτήρας τους, ο ρόλος του ατόμου στη δημόσια ζωή, το κυρίαρχο ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού.

Η απόφαση αυτή συνάντησε ποικίλες αντιδράσεις, με αποτέλεσμα κάποιοι να την υποδεχτούν θερμά (μεταξύ αυτών και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή) ενώ άλλοι να την αντιμετωπίσουν με σκεπτικισμό. Τέθηκε συναφώς το ερώτημα εάν η απόφαση ενισχύει την προστασία των προσωπικών δεδομένων ή τουναντίον δημιουργεί εμπόδια στην ελεύθερη διάδοση της πληροφορίας στο διαδίκτυο εκ του ότι περιορίζει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης και το δικαίωμα στην πληροφόρηση.

Από τη μία πλευρά η αναγνώριση του δικαιώματος στη λήθη, στην οποία προέβη η ως άνω απόφαση, υποδηλώνει ότι η διαγραφή άσχετων ή μη επιθυμητών δεδομένων είναι απαραίτητη για την προστασία του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα. Πράγματι στην εποχή της πληροφορίας, με μία απλή αναζήτηση με βάση το ονοματεπώνυμο του υποκειμένου του δεδομένων, ο χρήστης του διαδικτύου μπορεί να βρει ένα τεράστιο αριθμό αποτελεσμάτων για αυτό, τα οποία μπορεί να είναι ανακριβή ή μη ενημερωμένα.

Από την άλλη πλευρά το ευρύτατο πεδίο προστασίας που απέδωσε η απόφαση στο δικαίωμα στην ιδιωτικότητα εγείρει προβληματισμό. Όπως προαναφέρθηκε, η απόφαση έκρινε ότι το δικαίωμα στη λήθη υφίσταται ακόμα και εάν η πληροφορία δεν είναι επιζήμια για το υποκείμενο των δεδομένων, αλλά είναι απλώς ανεπαρκής, άσχετη ή υπερβολική. Η θέση της απόφασης ότι όλες οι πληροφορίες στο διαδίκτυο θα έπρεπε να δικαιολογούν δημόσιο ενδιαφέρον – διαφορετικά θα πρέπει να απομακρύνονται- δείχνει να αγνοεί την σημασία της ελεύθερης διάδοσης της πληροφορίας, η οποία είναι θεμελιώδης για τη λειτουργία του διαδικτύου.

Η ευρεία τεχνολογική εξέλιξη υπαγορεύει την επαναξιολόγηση των δικαιωμάτων που επηρεάζονται. Η απόφαση δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στην πρόκληση αυτή, αφού αρκέστηκε στην επίκληση των συναφών δικαιωμάτων και της ανάγκης να εξευρεθεί η δίκαιη ισορροπία μεταξύ αυτών. Η εξεύρεση της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των συγκρουόμενων συμφερόντων δεν μπορεί να εναπόκειται στην κρίση των χειριστών των μηχανών αναζήτησης, ιδίως όταν τα κριτήρια που τίθενται είναι ασαφή, όπως για παράδειγμα ο ρόλος του ατόμου στο δημόσιο βίο. Το Δικαστήριο δεν αντιμετώπισε το ζήτημα του κατά πόσο οι χειριστές είναι αρκετά αξιόπιστοι ώστε να διασφαλίσουν την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης, διατηρώντας μία υπεύθυνη στάση απέναντι στα πολυάριθμα και πολλές φορές αβάσιμα αιτήματα για διαγραφή δεδομένων, αντί να επιλέγουν την εύκολη λύση την διαγραφής των δεδομένων ευθύς αμέσως από την υποβολή του αιτήματος.

Ειρήνη Σταυρουλάκη
ΜΔΕ Ποινικού Δικαίου
MSc Βusiness for lawyers