Σκέψεις με αφορμή την απόφαση 1992/2016 ΣτΕ – Λαθρεμπορικές τελωνειακές παραβάσεις και ne bis in idem


Με την πρόσφατη απόφαση 1992/2016, το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) έκανε δεκτή αίτηση επανάληψης διαδικασίας ενός εκ των προσφευγόντων της υπόθεσης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) Καπετάνιος και λοιποί κατά Ελλάδος[1], με την οποία ο αιτών ζητούσε την εκ νέου εκδίκαση της αίτησης αναίρεσής του και την ακύρωση των επιβληθέντων σε βάρος του πολλαπλών τελών. Συγκεκριμένα, ο αιτών προσέφυγε στο ΕΔΔΑ παραπονούμενος για παραβίαση της αρχής ne bis in idem (άρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ), διότι καταδικάστηκε από την διοικητική δικαιοσύνη σε πληρωμή υψηλών χρηματικών ποσών (πολλαπλών τελών) για το ίδιο αδίκημα (λαθρεμπορία) για το οποίο είχε απαλλαγεί με αμετάκλητη ποινική αθωωτική απόφαση. Το ΕΔΔΑ, εφαρμόζοντας την πάγια νομολογία του αναφορικά με την έννοια της «ποινικής δίωξης ή καταδίκης»[2], διαπίστωσε ότι η δίωξη του προσφεύγοντος από τις διοικητικές αρχές ήταν αναμφισβήτητα «ποινική» και, ως εκ τούτου, ανεπίτρεπτη υπό την εγγύηση της ne bis in idem. Επί τη βάσει της απόφασης του ΕΔΔΑ και επικαλούμενος αναλογική εφαρμογή του άρ. 105Α ΚΔΔ, ο αιτών άσκησε αίτηση επανάληψης διαδικασίας ενώπιον του ΣτΕ, το οποίο με την 1992/2016 απόφασή του επέδειξε σαφή πρόθεση να εναρμονίσει την νομολογία του με αυτήν του ΕΔΔΑ και ακύρωσε τα επιβληθέντα σε βάρος του προσφεύγοντος πολλαπλά τέλη λαμβάνοντας υπόψη, προς την κατεύθυνση αυτή, την αμετάκλητη αθώωσή του από την ποινική δικαιοσύνη.

Η πολυαναμενόμενη αυτή απόφαση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από την επιστημονική κοινότητα και αναμένεται να αποτελέσει ορόσημο για πλήθος άλλων εκκρεμών υποθέσεων σχετικών με λαθρεμπορικές τελωνειακές παραβάσεις. Δεδομένου ότι μέχρι σήμερα τα διοικητικά δικαστήρια έδειχναν μάλλον αμήχανα απέναντι στις καταδικαστικές αποφάσεις της χώρας μας από το ΕΔΔΑ καταλήγοντας συχνά σε αντιφατικές ή παράδοξες κρίσεις, η 1992/2016 ΣτΕ αναντίρρητα συμβάλλει στην δημιουργία της απαραίτητης ασφάλειας δικαίου.

Ενδεικτικά, από την μέχρι σήμερα νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων αξίζει να αναφερθούν οι αποφάσεις 2067/2011 ΣτΕ (Β’ επταμ.) και 1741/2015 ΣτΕ (Ολομ.) που έχουν αποτελέσει αντικείμενο έντονης κριτικής.

Με την πρώτη, η διευρυμένη σύνθεση του Β’ Τμήματος του ΣτΕ παραδέχτηκε ότι οι διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται από το ελληνικό δίκαιο για λαθρεμπορικές τελωνειακές παραβάσεις έχουν «ποινικό» χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, η επιβολή τους είναι κατ’ αρχήν ανεπίτρεπτη όταν έχει προηγηθεί αμετάκλητη αθώωση ή καταδίκη του δράστη από την ποινική δικαιοσύνη, σύμφωνα με το άρ. 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η συγκεκριμένη διάταξη δημιουργεί «απροσδόκητα αποτελέσματα» στην ελληνική έννομη τάξη και απέκλεισε την εφαρμογή της κρίνοντας ότι είναι αντίθετη στο Σύνταγμα και, ιδίως, στην συνταγματικώς κατοχυρωμένη διάκριση των δικαστηρίων. Με την δεύτερη απόφαση, όμως, η Ολομέλεια του ΣτΕ έλαβε διαμετρικώς αντίθετη θέση. Παρότι το Δικαστήριο κατέληξε και πάλι στον αποκλεισμό της εφαρμογής του άρ. 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αυτή τη φορά έκρινε ότι, εν τέλει, οι διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται από το ελληνικό δίκαιο για λαθρεμπορικές τελωνειακές παραβάσεις δεν έχουν «ποινικό» χαρακτήρα και άρα η ως άνω διάταξη δεν καλείται καν σε εφαρμογή. Η σύγχυση και η αμηχανία του ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου είναι προφανείς.

Το επόμενο επεισόδιο στο «σίριαλ» της εφαρμογής της αρχής ne bis in idem σε υποθέσεις λαθρεμπορικών τελωνειακών παραβάσεων αναμένεται με την έκδοση απόφασης του ΣτΕ επί πρόσφατης αίτησης επανάληψης διαδικασίας που άσκησε η εταιρία μας επί τη βάσει της απόφασης του ΕΔΔΑ Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδος[3]. Στην επίδικη υπόθεση το ΕΔΔΑ έκανε δεκτό τον ισχυρισμό μας ότι η επιβολή σε βάρος του προσφεύγοντος-εντολέα μας πολλαπλών τελών για το αδίκημα της λαθρεμπορίας συνιστούσε ανεπίτρεπτη δεύτερη ποινική δίωξή του και παραβίαση της αρχής ne bis in idem. Θα έχει ενδιαφέρον, λοιπόν, να δούμε εάν, κρίνοντας επί της αίτησης επανάληψης διαδικασίας του Σισμανίδη, το ΣτΕ θα επιβεβαιώσει την πρόθεσή του να εναρμονίσει την νομολογία του με αυτήν του ΕΔΔΑ ακολουθώντας την 1992/2016 απόφασή του, ή θα επιστρέψει στην παλαιότερη τακτική του τροφοδοτώντας την νομική ανασφάλεια σε παρόμοιες υποθέσεις.

 

Δήμητρα Παπαδοπούλου, Δικηγόρος
LLM Χρηματοπιστωτικού και Οικονομικού Δικαίου
ΜΔΕ Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου


  1. ^ Απόφαση της 30.4.2015 (αρ. προσφυγών 3453/12, 42941/12 και 9028/13)
  2. ^ Βλ. αντί άλλων Zolotukhin κατά Ρωσίας της 10.2.2009 (αρ. προσφυγής 14939/03)
  3. ^ Απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016 (αρ. προσφυγών 66602/09 και 71879/12). Η αίτηση επανάληψης διαδικασίας συζητήθηκε ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης του Β’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας την 1.2.2017