Παράλληλες ποινικές διώξεις στα φορολογικά αδικήματα


Ζητήματα ανακύπτοντα από την παράλληλα άσκηση ποινικών διώξεων τόσο κατά το στάδιο της βεβαίωσης όσο και κατά το στάδιο της είσπραξης φόρων, τελών και προστίμων.


Σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και με βάση τις διαπιστώσεις της φορολογικής πρακτικής και κατά την βεβαίωση με την ευρεία έννοια του φόρου και κατά την είσπραξη με την στενή έννοια, τυποποιούνται τα φορολογικά αδικήματα, τα οποία ομαδοποιούνται κατά περίπτωση ως ακολούθως:

  • Φοροδιαφυγή
  • Φοροαποφυγή
  • Φορο-υπερημερία

Οι προαναφερθείσες μορφές φορολογικής παραβατικότητας, και πιο συγκεκριμένα τα αδικήματα της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, εντοπίζονται τόσο στο παλαιότερο ποινολόγιο (Ν. 2523/1997), στου οποίου ανευρίσκουμε τις νομοτυπικές μορφές της φοροδιαφυγής στα άρθρα 17, 18 και 19, των οποίων η εφαρμογή λαμβάνει χώρα μέχρι και τις 31.12.2013, όσο και στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 4174/2013) που καταργεί τις προαναφερθείσες διατάξεις και ρυθμίζει, εκ νέου, την φοροδιαφυγή στο άρθρο 66. Έτσι, η βασική συγκροτούμενη δομή του εγκλήματος της φοροδιαφυγής, και στα δύο προαναφερθέντα νομοθετήματα, συνίσταται στη διάπραξη της είτε με την μορφή της παράλειψης υποβολής δήλωσης φόρου είτε με την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου.

Πέραν όμως αυτών, υπάρχει και ακόμη μία διάταξη που έρχεται να επιτείνει την ποινική απαξία του φοροδιαφεύγοντος πολίτη, το άρθρο 25 του Ν 1882/1990, δια του οποίου ρυθμίζεται, ότι για κάθε βεβαιωμένο χρέος προς το Δημόσιο, δηλαδή και για τα φορολογικά χρέη που προκύπτουν από φοροδιαφυγή/φοροαποφυγή, ασκείται μετά την πάροδο 4 μηνών από την βεβαίωση τους, ποινική δίωξη για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (φορο-υπερημερία). Ως εκ τούτου ανακύπτει το ζήτημα της παράλληλης άσκησης ποινικών διώξεων για την ίδια φορολογική υποχρέωση.

Από την παράθεση των παραπάνω, προκύπτει σαφώς ότι ασκείται παράλληλα ποινική δίωξη για την ίδια φορολογική ενοχή τόσο για το αδίκημα της φοροδιαφυγής, εφόσον πληρούνται τα χρηματικά κατώφλια του Ν. 4174/2013, όσο και για την μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο του Ν. 1882/1990, για την εκκίνηση της οποίας προαπαιτείται και η ταμειακή βεβαίωση των χρεών. Δηλαδή, σε περίπτωση μη απόδοσης παρακρατούμενου φόρου ασκείται και ποινική δίωξη για φοροδιαφυγή με τις προϋποθέσεις του Ν 4174/2013 και παράλληλα για το ίδιο ποσό χρέους ασκείται επίσης ποινική δίωξη για μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο εφόσον ο βεβαιωμένος φόρος δεν καταβληθεί εντός 4μήνου.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι εν λόγω παραβάσεις για τις οποίες τελικά ασκείται ποινική δίωξη, παρά το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες παραβάσεις συγκροτούνται στην πραγματικότητα από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, τα οποία τελούν σε αδιάσπαστη ενότητα τόπου, χρόνου, τρόπου τέλεσης και υλικού αντικειμένου, τυποποιούνται με τον ίδιο τρόπο, όχι μόνο ως προς την αντικειμενική, αλλά και ως προς την υποκειμενική τους υπόσταση, αφού για την τεκμηρίωση και των δύο απαιτείται η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου, φέρουν τον ίδιο νομικό χαρακτηρισμό (φοροδιαφυγή) και αφορούν την προστασία του ίδιου έννομου αγαθού (διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου και ότι αφορά τη μη απώλεια εσόδων από φόρους κτλ δικαιώματα).

Ως εκ τούτου, γεννάται το παράδοξο της άσκησης διπλής ποινικής δίωξης και τιμώρησης του εκάστοτε παραβάτη για αδικήματα τα οποία κατ’ ουσίαν η τέλεση του ενός περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη την τέλεση και του άλλου εγκλήματος ή η τέλεση του ενός οδηγεί αναπόδραστα στην τέλεση και του άλλου, οπότε φαντάζει τουλάχιστον ανεπιεικής η περαιτέρω κοινωνικοηθική απαξία του δράστη.

Η διάσταση αυτή αποτελεί κρίσιμο ζήτημα, και πέραν της εγειρόμενης συνταγματικότητας του ή μη, αφενός μεν δημιουργεί τεράστια προβλήματα στην λειτουργία της οικονομίας και την προσέλκυση επενδύσεων αφού αποθαρρύνει τον κάθε δυνητικό επενδυτή, ο οποίος γνωρίζει την πιθανή σε βάρος του άσκηση διπλής ποινικής δίωξης, αφετέρου δεν προσφέρει έσοδα στο κράτος αφού η αρχική αδυναμία πληρωμής του φόρου από τον διοικούμενο δεν θα μπορεί μόνο εξ αιτίας των ασκούμενων ποινικών διώξεων να τον περιάγει σε συνεπή φορολογούμενο, άνευ άλλου τινός.

Τέλος, το οξύμωρο αυτό καθεστώς των πλημμεληματικών και κακουργηματικών συνεπειών των θεσμοθετημένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής καλούνται να αντιμετωπίσουν φυσικά οι φορολογούμενοι, οι οποίοι θα κριθούν υπόλογοι για τις ίδιες κατ’ ουσίαν πράξεις φοροδιαφυγής. Μόνη δε διέξοδος για την επίλυση του ζητήματος αυτού θα αποτελέσει η προσφυγή στα ποινικά δικαστήρια, τα οποία δυστυχώς με την σειρά τους δεν έχουν καταλήξει σε μία κοινή ερμηνευτική εκδοχή ως προς την αντιμετώπιση του εν λόγω ζητήματος (βλ. σχετ. ΑΠ 357/2013, με αντίθετη την ΑΠ 558/2014).

Είναι ανάγκη, λοιπόν, να επανεξεταστεί από την Πολιτεία το δικονομικό πλαίσιο της διπλής άσκησης των ποινικών διώξεων και η παρεχόμενη στους Προϊσταμένους των αρμόδιων Δ.Ο.Υ. εξουσία αδιάκριτης άσκησης ποινικής δίωξης, με σκοπό την παύση λειτουργίας του οξύμωρου σχήματος της επάλληλης άσκησης ποινικής δίωξης για την ίδια βάση φόρου.

Νικόλαος Ι. Πέττας |
Δικηγόρος