Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστησαν το 2012 οι εμπορικές τράπεζες από το PSI


Το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφασή του στην υπόθεση T-749/15 Nausicaa Anadyomene SAS και Banque d'escompte κατά Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (της 24ης Ιανουαρίου 2017) επιβεβαίωσε όσα είχε ήδη κρίνει έναντι των φυσικών προσώπων που κατείχαν ελληνικά χρεόγραφα, ότι δηλαδή η ζημία των ιδιωτών κατόχων ελληνικών χρεογράφων στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους δεν καταλογίζεται στην ΕΚΤ (Απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2015, Accorinti κ.λπ. κατά ΕΚΤ(T-79/13, βλ. ΑΤ αριθ.119/15)).

Πιο συγκεκριμένα μία εταιρία και μία τράπεζα, εδρεύουσες στη Γαλλία που κατείχαν ελληνικά χρεόγραφα ζήτησαν από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει την ΕΚΤ να αποκαταστήσει την ζημία τους, ύψους 11 εκατομμυρίων ευρώ που προκλήθηκε κατά τους ισχυρισμούς τους από τα μέτρα της ΕΚΤ και ιδίως από την απόφαση της 5ης Μαρτίου 2012, σχετικά με την καταλληλότητα εμπορεύσιμων χρεογράφων εκδόσεως ή πλήρους εγγυήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στο πλαίσιο της προσφοράς αυτής για την ανταλλαγή χρέους της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 77, σ. 19), καθώς και με άλλα μέτρα σχετιζόμενα με την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους. Προσήψαν στην ΕΚΤ παραβίαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ιδιωτών κατόχων ελληνικών χρεογράφων, την αρχή της ασφάλειας δικαίου και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των ιδιωτών δανειστών.

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι εμπορικές τράπεζες δεν μπορούν να επικαλούνται την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ή την αρχή της ασφάλειας δικαίου σε κλάδο όπως αυτός της νομισματικής πολιτικής, το αντικείμενο της οποίας μεταβάλλεται διαρκώς σε συνάρτηση με τις μεταβολές της οικονομικής συγκυρίας. Οι εμπορικές τράπεζες ως επιμελείς και ενημερωμένοι επιχειρηματίες, λογίζεται ότι γνώριζαν την εξαιρετικά ασταθή οικονομική κατάσταση που καθόριζε τη διακύμανση της αξίας των ελληνικών χρεογράφων, καθώς και τον μη αμελητέο κίνδυνο χρεοκοπίας της Ελλάδας. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να στηρίζονται στην προσωρινή διατήρηση από την ΕΚΤ της επιλεξιμότητας των τίτλων αυτών, και επομένως προέβησαν σε επενδύσεις υψηλού κινδύνου.

Το ΓεΔΕΕ έκρινε ότι ούτε η αρχή της ίσης μεταχείρισης μπορεί να εφαρμοσθεί διότι οι εμπορικές τράπεζες, κάτοχοι ελληνικών χρεογράφων, αφενός, και η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες, αφετέρου, δεν βρίσκονταν σε συγκρίσιμη κατάσταση διότι οι τελευταίες ενήργησαν στο πλαίσιο της ασκήσεως της θεμελιώδους αποστολής τους, με σκοπό τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών και της ορθής διαχειρίσεως της νομισματικής πολιτικής. Από την άλλη οι τράπεζες και οι εμπορικές εταιρίες απέκτησαν ελληνικά χρεόγραφα με σκοπό την επίτευξη κέρδους (ήτοι για να επιτύχουν τη μέγιστη δυνατή απόδοση των επενδύσεών τους).

Τις  ίδιες σκέψεις είχε επαναλάβει το Γενικό Δικαστήριο και για τους 200 περίπου ιδιώτες επενδυτές (Ιταλοί υπήκοοι ως επί το πλείστον), κατόχους ελληνικών χρεογράφων διατυπώνοντας την εξής σκέψη: «οι εν λόγω επενδυτές τεκμαίρεται ότι γνώριζαν για την εξαιρετικά ασταθή οικονομική κατάσταση που επηρεάζει τις διακυμάνσεις της αξίας των ελληνικών χρεογράφων που είχαν αποκτήσει, καθώς και για τον όχι αμελητέο κίνδυνο επιλεκτικής έστω χρεοκοπίας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Εξάλλου, όπως ορθώς προβάλλει η ΕΚΤ, ένας συνετός και ενημερωμένος επιχειρηματίας δεν θα μπορούσε, έχοντας πληροφορηθεί τις εν λόγω δημόσιες δηλώσεις, να αποκλείσει τον κίνδυνο αναδιαρθρώσεως του ελληνικού δημοσίου χρέους, δεδομένων των διαφορετικών απόψεων που επικρατούσαν ως προς το ζήτημα αυτό μεταξύ των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ και των λοιπών εμπλεκομένων οργάνων ή οργανισμών, όπως η Επιτροπή, το ΔΝΤ και η ΕΚΤ» (σκ. 82).

Με την  απόφαση αυτή το ΓεΔΕΕ επιβεβαιώνει τα εξαιρετικά ενδιαφέροντα ζητήματα του ενωσιακού δικαίου, τόσο από δικονομική όσο και από ουσιαστική άποψη, που είχε διευκρινίσει με την απόφασή του επί των ιδιωτών κατόχων χρεογράφων κατά της ΕΚΤ ενώ ταυτόχρονα επαναλαμβάνει ότι η προβαλλόμενη ζημία αντιστοιχεί στους οικονομικούς κινδύνους που συνήθως απορρέουν από τις εμπορικές δραστηριότητες στον χρηματοπιστωτικό κλάδο πράγμα που ισχύει κατά μείζονα λόγο σε περίπτωση που ένα κράτος εμφανίζει, όπως η Ελλάδα από τα τέλη του 2009, μειωμένη πιστοληπτική διαβάθμιση.

Δήμητρα Βίτσου, Δικηγόρος

ΜΔΕ Ευρωπαϊκού Δικαίου