Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων κατά την πώληση θαλαμηγού από ιταλική εταιρεία δεν προεξοφλεί την εφαρμογή του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου


Το Εφετείο Πειραιά κλήθηκε να αποφανθεί επί εφέσεως που σχετιζόταν με την πώληση μιας θαλαμηγού, η οποία εν τέλει παρουσίασε πραγματικά ελαττώματα. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα και εκκαλούσα εταιρεία εξέθεσε ότι με την εναγομένη αλλοδαπή εταιρία, που εδρεύει στο Τορίνο Ιταλίας, διαπραγματεύθηκε στις 22.12.2005, μέσω της αντιπροσώπου της στην Ελλάδα ανώνυμης εταιρείας, και κατήρτισε εν τέλει με την τελευταία, υπό την εν λόγω ιδιότητά της, στην Αθήνα, σύμβαση πωλήσεως, σε εκτέλεση της οποίας, η μεν εναγομένη, μέσω της αντιπροσώπου της στην Ελλάδα, παρέδωσε στην ενάγουσα την 15.01.2007 τη θαλαμηγό, η δε ενάγουσα κατέβαλε τμηματικά, μέσω τραπεζικών εμβασμάτων, ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα. Η εν λόγω θαλαμηγός, λίγους μήνες αργότερα, εμφάνισε σημαντικά πραγματικά ελαττώματα τα οποία ήταν αδύνατον να επιδιορθωθούν, ως εκ τούτου η έλλειψη των συνομολογηθεισών ιδιοτήτων κατέστησαν εν τέλει το σκάφος αναξιόπλοο. Λόγω αυτού, η ενάγουσα και εκκαλούσα εταιρεία άσκησε με την αγωγή της το δικαίωμά της της υπαναχωρήσεως και ζήτησε να της επιστραφεί το συνολικό τίμημα που κατέβαλε, μετά των νομίμων τόκων.

Η συγκεκριμένη διαφορά καθώς και η απόφαση του Εφετείου ανέδειξαν αρκετά σημεία ιδιωτικού διεθνούς δικαίου αλλά και σημαντικές έννοιες ναυτικού δικαίου, όπως είναι η έννοια του πλωτού ναυπηγήματος. Πρώτο ζήτημα που ανέκυψε ήταν η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων, για το οποίο έγινε αρχικώς επίκληση της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το οποίο ρητώς ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται ημεδαποί και αλλοδαποί, εφόσον οι ιδιωτικές διαφορές συνδέονται με τα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια. Επιπλέον, επικαλέστηκε τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 και το άρθρο 10, σύμφωνα την αληθή έννοια του οποίου «η αρμοδιότητα και η διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων καθορίζεται βάσει του τόπου της πραγματικής έδρας της εναγομένης αλλοδαπής εταιρίας». Συνεπώς, όσον αφορά τις δικονομικές διατάξεις, εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δικονομικό δίκαιο, όχι όμως και όσον αφορά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Οι τελευταίες υποδεικνύονται από τις διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.

Στο σημείο αυτό το Εφετείο Πειραιά έπρεπε να διαπιστώσει εάν το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς θεώρησε το ιταλικό ως το εφαρμοστέο δίκαιο και εάν ορθώς απέκλεισε την εφαρμογή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τις διεθνείς πωλήσεις κινητών πραγμάτων (Σύμβαση Βιέννης). Αρχικά, τόσο με βάση το άρθρο 25 ΑΚ όσο και με βάση τα άρθρα 2-6 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης του 1980, που κυρώθηκε με το Ν. 1792/1988[1], προκρίνεται η ελευθερία επιλογής εφαρμοστέου δικαίου από τα συμβαλλόμενα μέρη, ενώ ελλείψει επιλογής η σύμβαση διέπεται, κατ άρθρο 4 παρ. 1-5, από το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα αυτή, λαμβανομένης υπ’ όψιν της χαρακτηριστικής παροχής, η οποία στην περίπτωση της επίδικης σχέσης είναι εκείνου που οφείλει να παράσχει το κινητό πράγμα και όχι του αγοραστή που προσφέρει το τίμημα. Επιπλέον, το Δικαστήριο συμπληρώνει ότι η χώρα η οποία συνδέεται στενότερα με τη σύμβαση είναι εκείνη, στην οποία το νομικό πρόσωπο που οφείλει την χαρακτηριστική παροχή έχει την κεντρική του διοίκηση. Επομένως, το Εφετείο Πειραιά θεώρησε ότι ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ιταλικό.

Εν συνεχεία, εξετάζοντας τις διατάξεις του ιταλικού ουσιαστικού δικαίου, το Εφετείο Πειραιά διαπιστώνει ότι πράγματι σε αυτό εντάσσεται η από 11.04.1980 Διεθνής Σύμβαση Ηνωμένων Εθνών (Σύμβαση της Βιέννης) για τις διεθνείς πωλήσεις κινητών πραγμάτων, η οποία ενσωματώθηκε σε αυτό με τον με αριθμ. 765/11.12.1985 Ιταλικό Νόμο που τέθηκε σε ισχύ την 01.01.1988 και ο οποίος περιέχει κανόνες αμέσου εφαρμογής. Σύμφωνα με το άρθρο 4 αυτής, το πεδίο εφαρμογής της έγκειται αποκλειστικά στη σύναψη της σύμβασης πωλήσεως και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πωλητή και του αγοραστή, τα οποία απορρέουν από αυτήν, ενώ στη διάταξη του άρθρου 2 καθορίζονται οι εξαιρέσεις εφαρμογής της. Ειδικότερα στην περίπτωση α’ και ε’ της εν λόγω διάταξης αναφέρεται ρητά ότι αυτή δεν εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, σε συμβάσεις πώλησης κινητών πραγμάτων, που αγοράζονται για προσωπική, οικογενειακή ή οικιακή χρήση (περ. α’) ούτε σε συμβάσεις πώλησης πλοίων (ships), πλωτών ναυπηγημάτων (vessels), αεροστρώμνων (hovercrafts) ή αεροσκαφών (περ. ε’). Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο έλαβε υπ’ όψιν του τις διατάξεις του ΚΙΝΔ, ήτοι τη νομική έννοια του πλοίου, προκειμένου να αποφανθεί εάν η θαλαμηγός εντάσσεται σε κάποια από τις ανωτέρω κατηγορίες, όπως και τις επιστημονικές επιταγές, σημειώνει δε ότι πλέον με την κύρωση των Διεθνών Συμβάσεων έχει επέλθει η ενοποίηση της νομικής εννοίας του πλοίου σε όλα τα πεδία και κεφάλαια του ναυτικού δικαίου. Η απόφαση αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο της εν λόγω Σύμβασης χρησιμοποιείται ο όρος «vessel», ο οποίος στην ελληνική μετάφραση αποδίδεται με τον όρο «πλωτό ναυπήγημα» και στον οποίο (όρο «vessel») συμπεριλαμβάνεται, κατά διεθνή παραδοχή, και η θαλαμηγός (yacht), που αποτελεί ιδιωτικό, μη εμπορικό πλοίο, που κινείται και με μηχανή, προορισμένο για πλόες αναψυχής». Κατά συνέπεια, εφόσον η θαλαμηγός αποτελεί πλωτό ναυπήγημα, προοριζόμενο μάλιστα για προσωπική χρήση, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της Διεθνούς Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για τις Διεθνείς πωλήσεις κινητών πραγμάτων.

Επομένως, το Εφετείο Πειραιά με την με αριθμ. 267/2016 απόφασή του κατέληξε στο νομικό συμπέρασμα ότι στην ένδικη περίπτωση, τα ελληνικά δικαστήρια είχαν διεθνή δικαιοδοσία, ενώ εφαρμοστέο ήταν το ιταλικό ουσιαστικό δίκαιο, ως το δίκαιο της χώρας, με την οποία συνδέεται στενότερα η σύμβαση, δηλαδή εκείνης, όπου έχει την κεντρική της διοίκηση η οφείλουσα τη χαρακτηριστική του ένδικου συμβατικού τύπου παροχή, πωλήτρια, και δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν προέκριναν την επιλογή εφαρμοστέου δικαίου. Εν κατακλείδι, παρά το γεγονός ότι η Διεθνής Σύμβαση Ηνωμένων Εθνών (Σύμβαση της Βιέννης) για τις διεθνείς πωλήσεις κινητών πραγμάτων έχει ενσωματωθεί στο ιταλικό δίκαιο, το Δικαστήριο έκρινε ότι στο πεδίο εφαρμογής της δεν περιλαμβάνονται πωλήσεις πλωτών ναυπηγημάτων, όπως η θαλαμηγός, και δη πωλήσεις κινητών πραγμάτων που προορίζονται για προσωπική – οικιακή χρήση, όπως εν προκειμένω. Ως εκ τούτου, το αίτημα της ενάγουσας περί υπαναχώρησης και επιστροφής σε αυτή του τιμήματος που είχε καταβάλει κρίνεται με βάση τις διατάξεις του ιταλικού ουσιαστικού δικαίου και δίχως να λαμβάνεται υπ’ όψιν η ανωτέρω Διεθνής Σύμβαση. Οι διατάξεις του ιταλικού αστικού κώδικα (Codice Civile) θα καθορίσουν εάν υφίσταται το σχετικό δικαίωμα ή εάν έχει παραγραφεί η αξίωσή της.

Η απόφαση έχει δημοσιευθεί στην Πειραϊκή Νομολογία, Τεύχος 3/2016, Ιούλιος – Αύγουστος – Σεπτέμβριος, σελ. 227 επ.

Αικατερίνη Η. Παπαδημητρίου
Δικηγόρος, ΜΔΕ Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου


  1. ^ Να σημειώσουμε ότι η επίδικη διαφορά ανέκυψε τον Ιανουάριο του 2007, οπότε ο Κανονισμός 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) δεν είχε ακόμη τεθεί σε ισχύ, συνεπώς εφαρμοστέες ήταν οι διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης.