Δικαίωμα αποζημίωσης των μηχανικών που στελεχώνουν εργοληπτικές εταιρίες


Πόσο εύκολη είναι η διάκριση μεταξύ της διαβόητης «εκμίσθωσης» πτυχίων και της εξαρτημένης εργασίας;


Είναι γνωστή στην αγορά η τακτική των κατασκευαστικών εταιριών να «εκμισθώνουν» πτυχία μηχανικών εγγεγραμμένων στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (ΜΕΚ), προκειμένου να πληρούν τις προϋποθέσεις κατώτατων ορίων τεχνικής στελέχωσης που θέτει ο νόμος για να εγγραφούν στο Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (ΜΕΕΠ) και να διεκδικούν δημόσια έργα. Συχνά οι μηχανικοί απλώς δεσμεύουν το πτυχίο τους υπέρ της εργοληπτικής εταιρίας και εισπράττουν το συμφωνηθέν τίμημα. Ωστόσο, αρκετοί μηχανικοί απασχολούνται στις εταιρίες υπό συνθήκες πλήρους απασχόλησης και, ως εκ τούτου, δικαιούνται να διεκδικήσουν δικαστικά αποζημιώσεις κατά τις διατάξεις του εργατικού δικαίου, παρότι συχνά οι συμβάσεις που τους συνδέουν με τις εταιρίες είναι κατ’ όνομα συμβάσεις έργου και όχι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρ. 7 παρ.7 ΠΔ 472/1985, «Όλες οι επιχειρήσεις του ΜΕΕΠ πρέπει να έχουν τεχνικό διευθυντή ένα από τα στελέχη τους τα εγγεγραμμένα στο ΜΕΚ. Δύο τουλάχιστον από τα στελέχη της συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας. Τα στελέχη της επιχείρησης των παραγράφων 1 και 2 έχουν συνεχή απασχόληση σε αυτή, μετέχουν ενεργά στο έργο της επιχείρησης, είναι ασφαλισμένα από την εργοληπτική επιχείρηση στον οικείο ασφαλιστικό φορέα και δεν μπορεί να απασχολούνται σε άλλη εργοληπτική επιχείρηση. Η συνεχής απασχόληση και η ενεργός συμμετοχή τους, αποδεικνύεται από την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας ή του εταίρου της προσωπικής εταιρίας ή της εταιρίας ή του εταίρου της προσωπικής εταιρίας ή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης ανάλογα με τη μορφή της εργοληπτικής επιχείρησης. Εφόσον τα στελέχη αυτά δεν έχουν μια από τις πιο πάνω ιδιότητες, η συνεχής απασχόληση και ενεργός συμμετοχή τους στο έργο της επιχείρησης αποδεικνύεται από σύμβαση μίσθωσης εργασίας, θεωρημένη από την αρμόδια ΔΟΥ».

Από την ως άνω διάταξη η νομολογία μας συνάγει ότι η στελέχωση της εργοληπτικής επιχείρησης με –κατά τεκμήριο ως εκ της εγγραφής τους στα ΜΕΚ- έμπειρα στελέχη και η συνεχής απασχόληση και ενεργός συμμετοχή αυτών στο έργο της επιχείρησης, αποδεικνύεται μόνο με τρεις τρόπους: από την ιδιότητά τους ως μελών του διοικητικού συμβουλίου, από την ιδιότητά τους ως εταίρων της εργοληπτικής εταιρίας ή από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας θεωρημένης από την αρμόδια ΔΟΥ. Έτσι, στην περίπτωση που δεν υφίσταται ούτε συμμετοχή στο διοικητικό συμβούλιο, ούτε εταιρική ιδιότητα, η σύνδεση του τεχνικού συμβούλου με την εργοληπτική εταιρία δεν μπορεί να γίνει με κανένα άλλο τρόπο παρά μόνο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Το γεγονός ότι συχνά η σύμβαση παροχής των υπηρεσιών του τεχνικού συμβούλου δεν έχει εκ του νόμου τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν σημαίνει ότι μπορεί να έχει τον χαρακτήρα κάποιου άλλου είδους σύμβασης (όπως σύμβασης έργου), αλλά σημαίνει απλώς ότι ο τεχνικός σύμβουλος όταν ενάγει την εργοληπτική εταιρία για τη μη καταβληθείσα αμοιβή του ή για τυχόν επιδόματα, δεν απαλλάσσεται της υποχρέωσής του να προβάλλει για το ορισμένο της αγωγής του εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την ιστορική βάση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (2242/2013 ΑΠ, 588/2014 ΕφΠειρ, 5/2009 ΜονΠρΤριπ).

Ως εκ τούτου, προκειμένου να είναι επιτυχής η δικαστική διεκδίκηση μισθών και επιδομάτων, ο μηχανικός υποχρεούται να εξειδικεύσει με την αγωγή του τις παρεχόμενες υπηρεσίες του, τα έργα που εκτέλεσε, τις συνθήκες υπό τις οποίες απασχολήθηκε και τα γεγονότα που αποδεικνύουν ότι ο εργοδότης του παρείχε οδηγίες –έστω και εν μέρει– αναφορικά με τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και ήλεγχε την συμμόρφωσή του προς αυτές. Σε περίπτωση που ο μηχανικός αποτύχει να αποδείξει ότι στην περίπτωσή του υφίστατο το στοιχείο της εξάρτησης (απαραίτητο στοιχείο της εξαρτημένης εργασίας), τότε η μόνη λύση προκειμένου να επιτύχει την αποζημίωσή του είναι η καταφυγή στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρ. 904 ΑΚ).

Δήμητρα Παπαδοπούλου, Δικηγόρος
LLM Χρηματοπιστωτικού και Οικονομικού Δικαίου
ΜΔΕ Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου