Υποθέσεις ΜΑΕΚ

Λίγα λόγια για την πορεία της υπόθεσης ΜΑΕΚ

Το 2013 η εταιρία μας ανέλαβε την εκπροσώπηση εκατοντάδων κατόχων σύνθετων επενδυτικών προϊόντων ΜΑΕΚ που εκδόθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου και προωθήθηκαν αδιακρίτως στο πελατολόγιό της σε όλη την Ελλάδα μέσω των καταστημάτων της. 

Επρόκειτο για μία υπόθεση σύνθετη νομικά, με μεγάλο όγκο εξαπατηθέντων πελατών από όλη την Ελλάδα, με δυσκολίες στη συλλογή αποδείξεων και δυσνόητους χρηματοοικονομικούς όρους. Καταφέραμε, ωστόσο, με προσήλωση στο έργο μας και σεβόμενοι την εντολή που είχαμε λάβει να αποδείξουμε ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων της χώρας μας το μέγεθος της απάτης που συντελέστηκε σε βάρος των εντολέων μας. 

Ομαδοποιώντας τις όμοιες αγωγές των εντολέων μας καταφέραμε να μειωθούν τα δικαστικά έξοδα, να αναλάβουμε εργολαβικά τις υποθέσεις που οι ίδιοι δεν είχαν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν κατά τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα που εκκινούσε αλλά και να επιταχυνθεί η απονομή δικαιοσύνης. 

Σήμερα, 7 χρόνια μετά τα Δικαστήρια της χώρας μας κρίνουν τελεσιδίκως ότι η συμπεριφορά της Τράπεζας είναι παράνομη και είναι αυτή που προκάλεσε την ζημία των εναγόντων δεδομένου ότι η επένδυση επιχειρήθηκε χωρίς να παρασχεθεί στους ενάγοντες η αναγκαία ενημέρωση, ώστε να κατανοήσουν την μορφή και το περιεχόμενο της επένδυσης και να αποφασίσουν εάν θα προβούν σε αυτήν. Επιπλέον, κρίνουν ότι τα προϊόντα που προωθήθηκαν με παραπλανητικό τρόπο στους ενάγοντες ήταν ένα προϊόν που σχεδιάσθηκε με τους ειδικότερους αυτούς όρους, ώστε να αποτελέσει το εξασφαλισμένο μέσο, ένα «μαξιλάρι» που θα απορροφούσε ζημιές της εκδότριας τράπεζας οι οποίες είχαν ήδη πραγματοποιηθεί αλλά δεν είχαν αποτυπωθεί με λογιστικούς όρους στις οικονομικές της καταστάσεις, δηλαδή ήδη κατά την έκδοσή τους είχαν ενεργοποιηθεί οι όροι ακύρωσης των τόκων λόγω της παρατηρηθείσης κεφαλαιακής της ανεπάρκειας.

Οι δικαστικές αποφάσεις στηριζόμενες στα ακράδανατα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσαμε διαπιστώνουν ότι ο δόλος της Τράπεζας δεν είναι απλώς μία καταλογιστέα σε αυτήν κακόβουλη ενέργεια εκ μέρους ενός μεμονωμένου υπαλλήλου, αλλά η κατάστρωση, οργάνωση και υλοποίηση ενός σχεδίου αξιοποίησης των χρημάτων τους ως αναχώματος για την απορρόφηση των ζημιών της και των κινδύνων που προκαλούσε η επενδυτική της πολιτική. Αποδείξαμε ότι οι εντολείς ήταν εξαρχής και εν αγνοία τους το ασφάλιστρο κινδύνου της Τράπεζας διότι παραπλανημένοι από τους τραπεζικούς υπαλλήλους καταπείσθηκαν να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις τους σε προϊόντα, μειωμένης διασφάλισης, άληκτα, με όρους υποχρεωτικής ακύρωσης τόκων και μετατροπής σε μετοχές, άκρως ριψοκίνδυνα που κυκλοφορούσαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, τα οποία ήταν εξαρχής σχεδιασμένα για να απορροφούν τις ζημιές (παρούσες και μελλοντικές) της τράπεζας και να αποκαθιστούν την κλονισμένη κεφαλαιακή επάρκεια της.

Οι κρίσεις των Δικαστηρίων στηρίχθηκαν σε αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως:

εσωτερικά έγγραφα με επιχείρηματα πώλησης των προϊόντων προς τους υπαλλήλους στα οποία τους ζητούν ρητά να τα προωθούν ως εξίσου ασφαλή με την προθεσμιακή κατάθεση και επωφελέστερο επιτόκιο, 
λίστες με συγκεκριμένη στοχοθέτηση για άντληση χρημάτων από συγκεκριμένους πελάτες με προθεσμιακές καταθέσεις, 
αποφάσεις Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και Ελλάδας (για παροχή επενδυτικής συμβουλής, κατάχρηση αγοράς, ελλιπείς πληροφορίες στο ενημερωτικό δελτίο των ΜΑΕΚ ως προς την οικονομική της κατάσταση, για απόκρυψη ζημιών από τις οικονομικές της καταστάσεις με αποτέλεσμα την παρουσίαση μιας πλασματικής οικονομικής κατάστασης)
στο γεγονός ότι η τράπεζα αύξησε την έκθεσή της σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου το 2010 σε δυσθεώρητα για το μέγεθός της ύψη (2.4 δισεκατομμύρια ευρώ) προκειμένου να επωφεληθεί από τους τόκους, την στιγμή μάλιστα που τα ίδια κεφάλαιά της ήταν 2.5 δις (ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 80%) και εν συνεχεία απέκρυψε μέσω λογιστικών τεχνασμάτων ζημιές της από αυτά παραπλανώντας το επενδυτικό κοινό για την δήθεν φερεγγυότητά της. Σχετικώς το ζήτημα αυτό αποδείξαμε με ειδική πραγματογνωμοσύνη που συντάχθηκε για τους εντολείς μας από διεθνή ελεγκτικό οίκο.

Βρισκόμαστε στο σημείο που έχουμε καταφέρει να εισπράξουν οι εντολείς μας αποζημιώσεις άνω των 25.000.000 ευρώ από την τράπεζα και αναμένεται η τελεσιδικία και των λοιπών ομαδικών υποθέσεων. 

Συνοπτικά: 

Σε πρώτο βαθμό έχουν εκδικαστεί όλες οι ομαδικές αγωγές και έχουν εκδοθεί θετικές αποφάσεις στη συντριπτική τους πλειοψηφία (18 θετικές αποφάσεις σε σύνολο 22 ομαδικών αγωγών). Συγκεκριμένα έχουν εκδοθεί οι με αρ. 3961/2015, 3962/2015, 1470/2017, 1471/2017, 697/2017, 1887/2017, 4171/2017, 1902/2017, 1906/2017, 2803/2018, 3596/2018, 3393/2018, 3840/2018, 264/2019, 3603/2019, 1428/2019, 4886/2018 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 12010/2019 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Σε ορισμένες περιπτώσεις πετύχαμε ήδη από το πρώτο βαθμό την προσωρινή εκτελεστότητα των αποφάσεων και την είσπραξη μέρους των αποζημιώσεων για τους εντολείς μας από την τράπεζα (περίπου το 30% του κεφαλαίου τους). 
Σε δεύτερο βαθμό έχουν εκδικασθεί 10 εφέσεις της τράπεζας κατά των αποφάσεων αυτών και έχουν απορριφθεί στο σύνολό τους καταδικάζοντας την Τράπεζα Κύπρου να τους αποζημιώσει και πράγματι τους αποζημίωσε στο ακέραιο, καταβάλλοντάς τους αποζημιώσεις πάνω από 20.000.000 ευρώ (το κεφάλαιο που απώλεσαν, ένα χρηματικό ποσό ως ηθική βλάβη για την ταλαιπωρία που υπέστησαν και όλα αυτά νομιμοτόκως από την άσκηση της αγωγής τους). Συνολικά έχουν εκδοθεί 10 αποφάσεις Εφετείου και όλες είναι θετικές υπέρ των εντολέων μας. Συγκεκριμένα οι με αρ. 439/2020, 7120/2019, 5431/2019, 4250/2019, 4356/2019, 2201/2019, 4507/2019, 4509/2019, 2365/2018, 2366/2018 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. 
Σε τελευταίο βαθμό, ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν ήδη εκδικασθεί οι πρώτες αιτήσεις αναίρεσης της τράπεζας και αναμένεται η έκδοση των αποφάσεων.
Ευλόγως διερωτάται κανείς τι άλλο μπορεί να ισχυρισθεί μία τράπεζα στο Ανώτατο Δικαστήριο ενώ έχει διαπιστωθεί από τα δικαστήρια ουσίας ότι παραπλάνησε τους πελάτες της κατά την προώθηση των προϊόντων, τους απέκρυψε την αληθή φύση και λειτουργία των προϊόντων, τους απέκρυψε την αληθή οικονομική της κατάσταση με σκοπό να τους ζημιώσει και με σκοπό να αποτελέσουν το αντιστάθμισμα κινδύνου που είχε αναλάβει. Απλοϊκά δοσμένη η γραμμή της τράπεζας είναι: ακόμα και αν ζημιώσαμε τους πελάτες, ακόμα και αν παραπλανήθηκαν πρέπει να απαλλαγούμε από την υποχρέωση αποζημίωσης γιατί τα χρήματά τους μετατράπηκαν σε μετοχές με κυπριακό διάταγμα, όχι με δική μας πράξη και όταν τους προωθούσαμε τα προϊόντα δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε ότι θα μετατρέπονταν αναγκαστικά σε μετοχές με νόμο. 

Ωστόσο, έχουμε αποδείξει ότι η ζημία των εναγόντων εντολέων μας είχε ήδη επέλθει πριν το οποιοδήποτε διάταγμα αφού τοποθέτησαν τα χρήματά τους, τις περιουσίες τους, σε προϊόντα που δεν είχαν τα χαρακτηριστικά που τους παρουσίασαν και που αν τα γνώριζαν δεν θα προέβαιναν στις επίμαχες επενδύσεις. Επομένως, η συμπεριφορά της Τράπεζας ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εν λόγω συναλλαγής πρόσφορη να επιφέρει τη ζημία των εναγόντων γιατί ήταν αυτή που τους οδήγησε σε εσφαλμένη απόφαση, ήτοι σε συναλλαγή που δεν ανταποκρινόταν στο προφίλ, τις ανάγκες και τις επιδιώξεις τους  και είναι, ήδη εξ αυτού του λόγου, επιζήμια. 

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η έκδοση του κυπριακού προεδρικού διατάγματος το 2013 που οδήγησε στην αναγκαστική μετατροπή των ΜΑΕΚ, δεν αποτελούσε ούτε απρόοπτο, ούτε τυχαίο ούτε έκτακτο περιστατικό που η τράπεζα Κύπρου δεν θα μπορούσε να προβλέψει, αφού:

-  αποδείξαμε ότι οι ίδιοι οι όροι των ΜΑΕΚ προέβλεπαν την αναγκαστική ακύρωση τόκων και την αναγκαστική μετατροπή σε μετοχές. 
- αποδείξαμε ότι η ίδια η φύση και η νομική μορφή των επίδικων (ΜΧ, ΜΑΚ, ΜΑΕΚ) ως μειωμένης εξασφάλισης αποτελούσαν εξαρχής μέρος των εποπτικών κεφαλαίων της τράπεζας και χρησίμευαν στην απορρόφηση ζημιών της. Ενείχαν δηλαδή το bail-in ως ίδια μέσα και άρα δεν χρειαζόταν να ψηφιστεί νόμος για να απορροφήσουν ζημιές.
-  αποδείξαμε ότι πριν την έκδοση του Διατάγματος και λίγους μόλις μήνες μετά την έκδοση των ΜΑΕΚ η τράπεζα ομολογεί ότι τα προϊόντα θα απορροφήσουν τις ζημιές της (Νοέμβριος 2011).
- αποδείξαμε ότι πριν την έκδοση του Διατάγματος και λίγους μόλις μήνες μετά την έκδοση των ΜΑΕΚ η τράπεζα ομολογεί ότι δεν πληροί τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας δηλαδή αυτό πυροδοτούσε αυτόματα την μετατροπή των υβριδικών κεφαλαίων σε μετοχικό.
- αποδείξαμε ότι ΟΙ ΤΟΚΟΙ ΑΚΥΡΩΘΗΚΑΝ ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΟΛΥ ΠΡΙΝ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ (Ιούνιος 2012). Αυτομάτως λοιπόν το κεφαλαίο των εναγόντων εντολέων μας έμενε δεσμευμένο αιωνίως (καθότι το επίμαχο προϊόν ήταν άληκτο) χωρίς να αποδίδει τόκο και χωρίς αυτό να δημιουργεί γεγονός αθέτησης υποχρέωσης της (!!!!!). Ακολούθησε μάλιστα πριν την αναγκαστική μετατροπή και επόμενη ειδοποίηση η από 18.12.2012 με το ίδιο περιεχόμενο. 
- Τέλος αποδείξαμε ότι η ίδια η τράπεζα αιτούμενη κρατική βοήθεια προκάλεσε την παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, η οποία εν τέλει το 2013 έδρασε διαπιστωτικά καταγιγνώσκοντας την αφερεγγυότητα της τράπεζας. 

Εν τέλει αποδείξαμε ότι το διάταγμα δεν άλλαξε τη φύση (ίδια μέσα) αλλά ούτε και την αξία των προϊόντων (μηδενική αξία προ του διατάγματος). Καμία επίδραση δεν έχει ένα διάταγμα που εκδίδεται διαπιστωτικά το 2013 σε προϊόντα μειωμένης διασφάλισης, άληκτα στα οποία έχουν ακυρωθεί οι τόκοι από το 2012 λόγω αφερεγγυότητας της τράπεζας και τα οποία έχουν μηδενίσει σε αξία. 

Εν αναμονή των αποφάσεων του Αρείου Πάγου που θα κρίνει αμετάκλητα την υπόθεση αυτή και θα είμαστε σε θέση να σχολιάσουμε περαιτέρω τις νομολογιακές εξελίξεις γύρω από τις εσφαλμένες επενδυτικές συμβουλές.